Εξήντα δύο χρόνια μετά την καθιέρωσή του στη νομολογία της Κυπριακής Δημοκρατίας, το Δίκαιο της Ανάγκης εξακολουθεί να αποτελεί βασικό πυλώνα της λειτουργίας του κράτους, επιτρέποντας τη συνέχιση της λειτουργίας των κρατικών οργάνων χωρίς την προβλεπόμενη από το Σύνταγμα του 1960 συμμετοχή των Τουρκοκυπρίων.
Νομικοί ακαδημαϊκοί, μιλώντας στο ΚΥΠΕ, αναλύουν την πορεία ενός δόγματος που γεννήθηκε μέσα από τη συνταγματική κρίση του 1963 και θεμελιώθηκε με την ιστορική απόφαση «Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Μουσταφά Ιμπραήμ» το 1964, επισημαίνοντας τόσο τον καθοριστικό ρόλο του στη διασφάλιση της συνέχειας της Κυπριακής Δημοκρατίας όσο και τους προβληματισμούς που προκαλεί η μακρόχρονη εφαρμογή του.
Ο Δρ Χρήστος Παπαστυλιανός, Αναπληρωτής Καθηγητής Δημοσίου Δικαίου και Πρόεδρος του Τμήματος Νομικής της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Λευκωσίας, αναφέρει στο ΚΥΠΕ ότι το Δίκαιο της Ανάγκης συνδέθηκε εξαρχής με την αδυναμία του κυπριακού κράτους να λειτουργήσει σύμφωνα με τη δικοινοτική οργανωτική δομή που καθιερώθηκε με το Σύνταγμα του 1960.
Όπως εξηγεί, μετά τα γεγονότα του 1963, η αποχώρηση των Τουρκοκυπρίων από την Κυβέρνηση, τη Βουλή των Αντιπροσώπων και τη Δημόσια Διοίκηση, καθώς και οι παραιτήσεις των Προέδρων του Συνταγματικού και του Ανωτάτου Δικαστηρίου, κατέστησαν τα βασικά κρατικά όργανα αδύνατα να λειτουργήσουν στη βάση των συνταγματικών προνοιών.
Στο πλαίσιο αυτό, το Ανώτατο Δικαστήριο εισήγαγε το Δίκαιο της Ανάγκης μέσω της απόφασης Ιμπραήμ. Όπως σημειώνει ο κ. Παπαστυλιανός, «σύμφωνα με το Δίκαιο της Ανάγκης, η σύνθεση των κρατικών οργάνων δεν μπορεί να επηρεάσει τη λειτουργία τους σε τέτοιο βαθμό ώστε η αυστηρή τήρηση των κανόνων σύνθεσης να οδηγήσει τα εν λόγω όργανα σε αδυναμία άσκησης των αρμοδιοτήτων τους».
Με βάση αυτή τη συλλογιστική, κατέστη δυνατή η αναστολή συγκεκριμένων συνταγματικών διατάξεων που αφορούσαν τη σύνθεση των κρατικών οργάνων, ώστε αυτά να συνεχίσουν να λειτουργούν παρά την απουσία της τουρκοκυπριακής κοινότητας.
Ο ίδιος επισημαίνει ότι, σύμφωνα με την απόφαση Ιμπραήμ, η εφαρμογή του Δικαίου της Ανάγκης έχει χρονική διάσταση, καθώς αποτελεί «μια αρχή που διαπλάστηκε λόγω συγκεκριμένων γεγονότων και θα παραμείνει σε ισχύ μέχρι να επιλυθεί η αιτία της εφαρμογής του, δηλαδή η διαίρεση μεταξύ των δύο κοινοτήτων».
Παράλληλα, εξηγεί ότι η εφαρμογή του δημιούργησε στην πράξη μεταβατικούς συνταγματικούς κανόνες, οι οποίοι λειτούργησαν ως «γέφυρα» μεταξύ της συνταγματικής τάξης του 1960 και της πραγματικότητας που διαμορφώθηκε μετά το 1963. Οι κανόνες αυτοί, σημειώνει, «δεν ισοδυναμούν με ένα μεταβατικό Σύνταγμα, καθώς υπάρχουν παράλληλα με ένα πλήρες, ήδη διατυπωμένο συνταγματικό κείμενο».
Στο πλαίσιο αυτό, κατέστη δυνατή η δημιουργία νέων θεσμών, όπως η νέα Επιτροπή Δημόσιας Υπηρεσίας και το νέο Ανώτατο Δικαστήριο, το οποίο συγχώνευσε τα δύο Ανώτατα Δικαστήρια που προέβλεπε το Σύνταγμα του 1960.
Ο κ. Παπαστυλιανός αναφέρει ακόμη ότι από τη δεκαετία του 1990 η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου διεύρυνε την εφαρμογή του Δικαίου της Ανάγκης και σε ζητήματα πέραν της λειτουργίας των κρατικών οργάνων. Όπως εξηγεί, το δόγμα χρησιμοποιήθηκε και σε περιπτώσεις όπου το Σύνταγμα προέβλεπε τη συμμετοχή και των δύο κοινοτήτων μέσω ξεχωριστών πλειοψηφιών, όπως σε αποφάσεις που αφορούσαν τον καθορισμό του αριθμού των βουλευτών και την τροποποίηση μη θεμελιωδών συνταγματικών διατάξεων.
Σύμφωνα με τον ίδιο, η εξέλιξη αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς η διαδικασία τροποποίησης ενός Συντάγματος συνδέεται με τη δημοκρατική βούληση και τις διαδικασίες μέσω των οποίων εκφράζεται η συναίνεση των κυβερνωμένων. Όπως σημειώνει, η διεύρυνση της εφαρμογής του Δικαίου της Ανάγκης εγείρει ευρύτερα ερωτήματα ως προς τα όρια του δόγματος και τη σχέση του με τη συνταγματική τάξη της Κυπριακής Δημοκρατίας.
«Το Δίκαιο της Ανάγκης σταδιακά υπερβαίνει τον αρχικό σκοπό του που είναι η ομαλή λειτουργία των κρατικών οργάνων και οδηγεί σε έναν επαναπροσδιορισμό του Κράτους, της Μορφής Διακυβέρνησης και εν τέλει του ίδιου του Συντάγματος», καταλήγει.
Από την ανάγκη της επιβίωσης στις συνέπειες μιας μακράς εφαρμογής
—————–
Τις προεκτάσεις της μακρόχρονης εφαρμογής του Δικαίου της Ανάγκης εξετάζει ο Δρ Κώστας Παρασκευά, Αναπληρωτής Καθηγητής Δημοσίου Δικαίου και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του Τμήματος Νομικής του Πανεπιστημίου Κύπρου, εστιάζοντας στις επιπτώσεις που έχει η διατήρηση του δόγματος στη θεσμική λειτουργία του κράτους.
Όπως δηλώνει στο ΚΥΠΕ, «από το 1964 και εντεύθεν το δίκαιο της ανάγκης καθορίζει τον πολιτειακό μας βίο», σημειώνοντας ότι το δόγμα επέτρεψε στην Κυπριακή Δημοκρατία να επιβιώσει και να λειτουργήσει, παρά την αδυναμία εφαρμογής του αρχικού συνταγματικού πλαισίου λόγω της απουσίας των Τουρκοκυπρίων από τα κρατικά όργανα.
Ο κ. Παρασκευά επισημαίνει, ωστόσο, ότι η παρατεταμένη εφαρμογή του είχε ως αποτέλεσμα τη μεταβολή της συνταγματικής αρχιτεκτονικής του κράτους και την αποδυνάμωση των θεσμικών αντιβάρων που ήταν συνδεδεμένα με τον δικοινοτικό χαρακτήρα του πολιτεύματος.
«Από το 1964, στην απουσία της τουρκοκυπριακής κοινότητας, ο μηχανισμός αυτός έχει θρυμματισθεί καταλείποντας ένα σημαντικό κενό στον τομέα των μηχανισμών ελέγχου για τους κυβερνώντες και τους θεσμούς», αναφέρει.
Όπως προσθέτει, η κατάσταση αυτή αφορά και τον ίδιο τον Κύπριο πολίτη, ο οποίος «υποβάλλεται καθημερινά σε μια μεγάλη θυσία, καθώς ανέχεται τη λειτουργία του κράτους εκτός του αρχικού συνταγματικού πλαισίου» στο όνομα της ανάγκης διατήρησης της λειτουργίας του κράτους, μιας ανάγκης που αρχικά θεωρήθηκε προσωρινή αλλά σήμερα «τείνει να καταστεί μόνιμη».
Η διεθνής διάσταση του Δικαίου της Ανάγκης
—————–
Από τη δική του πλευρά, ο Δρ Αντώνης Στυλιανού, Λέκτορας Νομικής στο Πανεπιστήμιο Λευκωσίας και διεθνολόγος, αναδεικνύει τη διεθνολογική διάσταση του Δικαίου της Ανάγκης, επισημαίνοντας ότι η κυπριακή περίπτωση αποτελεί σημείο αναφοράς και πέραν των κυπριακών συνόρων.
Όπως αναφέρει, «η επίκληση του δικαίου της ανάγκης ήταν μια αδήριτη ανάγκη για τη συνέχιση της Κυπριακής Δημοκρατίας, ως αυτή είχε εγκαθιδρυθεί το 1960 με τις Συμφωνίες Ζυρίχης – Λονδίνου και το Σύνταγμα του 1960».
Σύμφωνα με τον ίδιο, η υπόθεση Ιμπραήμ αποτελεί μέχρι σήμερα αυθεντία σε διεθνές επίπεδο ως προς την έννοια του Δικαίου της Ανάγκης, καθώς εδράζεται στην αρχή «η σωτηρία του κράτους είναι ο υπέρτατος νόμος».
Όπως εξηγεί, όταν προκύπτουν εξαιρετικές περιστάσεις που απειλούν τη συνέχιση της λειτουργίας ενός κράτους και δεν υπάρχει άλλη διαθέσιμη λύση, μπορεί προσωρινά να ανασταλεί η εφαρμογή συγκεκριμένων συνταγματικών διατάξεων, ώστε να διασφαλιστεί η συνέχεια της κρατικής λειτουργίας.
Ο κ. Στυλιανού σημειώνει ότι η κυπριακή περίπτωση έχει αναγνωριστεί και σε διεθνές επίπεδο, αναφέροντας ότι το Ψήφισμα 186 του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών αναγνώρισε την Κυπριακή Δημοκρατία, όπως είχε εγκαθιδρυθεί το 1960, ως το μοναδικό κράτος στο νησί. Παράλληλα, όπως προσθέτει, και το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου έχει αναγνωρίσει την ιδιαιτερότητα της κατάστασης που προέκυψε από την εφαρμογή του Δικαίου της Ανάγκης.
Συμπληρώνει, ωστόσο, ότι το δόγμα δεν αποτελεί «λευκό χάρτη», αλλά προϋποθέτει συγκεκριμένες προϋποθέσεις: την ύπαρξη επιτακτικής ανάγκης ή εξαιρετικών περιστάσεων, την απουσία άλλης διαθέσιμης λύσης, την αναλογικότητα των μέτρων και τον προσωρινό χαρακτήρα τους.
Αναφερόμενος στη σημερινή σημασία του, επισημαίνει ότι «το δίκαιο της ανάγκης υπάρχει και εφαρμόζεται», καθώς εξακολουθεί να αποτελεί τη νομική βάση για τη λειτουργία της Κυπριακής Δημοκρατίας όσο συνεχίζονται οι συνθήκες που οδήγησαν στην επίκλησή του.
Όπως εξηγεί, η Κυπριακή Δημοκρατία διατήρησε το δικοινοτικό συνταγματικό της πλαίσιο, καθώς η αλλοίωση ή κατάργηση των προνοιών που αφορούν τα δικαιώματα της τουρκοκυπριακής κοινότητας θα μπορούσε να επηρεάσει τη διεθνή της υπόσταση.
«Δεν είναι η Κυπριακή Δημοκρατία που τους απέκλεισε από τη συμμετοχή. Είναι οι ίδιοι οι Τουρκοκύπριοι που αποχώρησαν», σημειώνει.
Εξήντα δύο χρόνια μετά την απόφαση Ιμπραήμ, το Δίκαιο της Ανάγκης παραμένει ένα από τα πιο ιδιαίτερα κεφάλαια της συνταγματικής ιστορίας της Κυπριακής Δημοκρατίας. Γεννημένο μέσα από μια κρίση που απειλούσε τη λειτουργία του κράτους, αποτέλεσε τον μηχανισμό μέσω του οποίου διασφαλίστηκε η συνέχεια των θεσμών, αλλά παράλληλα διαμόρφωσε μια νέα πραγματικότητα, η οποία εξακολουθεί μέχρι σήμερα να αποτελεί αντικείμενο συζήτησης.
πηγή: ΚΥΠΕ

